Ο γυάλινος κώδωνας

bell-jarΑν κάποιοι απορούν και οδύρωνται για την επιτυχία του Μπέπε του Γκρίλο στις πρόσφατες ιταλικές εκλογές, καλά θα κάνουν να διαβάσουν με προσοχή τις τελευταίες παραγράφους αυτής της ανάλυσης του Guardian για τις σημερινές τοπικές εκλογές στο Ίστλι της Αγγλίας, όπου το ευρωσκεπτικιστικό UKIP έσκισε τους Συντηρητικούς και παραλίγο να “μασήσει” και τους νικητές Φιλελεύθερους.

Ο αρθρογράφος λέει κάτι που εδώ και καιρό “βράζει” ως συζήτηση σχεδόν στο σύνολο των χωρών της Ε.Ε., και σε ορισμένες -όπως η Ιταλία, ας πούμε- έχει λάβει σαφή χαρακτηριστικά: η πολιτική τάξη της Ευρώπής είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα που βιώνουν οι λαοί της, χωμένη σ’ ένα γυάλινο κώδωνα, έχοντας επαφές μόνο με λομπίστες, εκπροσώπους των “ευγενών” τάξεων (βιομήχανοι, τραπεζίτες, embedded συνδικαλιστές, κλπ) και σιμουλάκρα πραγματικών ανθρώπων.

Ειλικρινά, ποιος μπορεί να πιστέψει τον Σαμαρά/τον Μπερσάνι/τον Κάμερον/τη Μέρκελ/τον Ολάντ, όταν λέει ότι “καταλαβαίνει τον πόνο των απλών ανθρώπων”; Οι άνθρωποι αυτοί είναι απολύτως αποκομμένοι από το ευρύτερο περιβάλλον τους, περιτριγυρισμένοι από έναν περίγυρο είτε δουλοπρεπών μπιστικών είτε αρπακτικών εκπροσώπων συμφερόντων. Αυτοί είναι το “περιβάλλον” τους, από αυτούς προσλαμβάνουν την πραγματικότητα, από αυτούς κατευθύνονται στο να πουν ό,τι λένε.

Σ’ ένα αρκετά παλιό ποστ του, ο Σ. Χαϊκάλης μιλούσε για τον “πολιτικό με τη Μερσεντές”. Το πρόβλημα είναι ότι, στο σύνολό της, η “παραδοσιακή” πολιτική τάξη της Ελλάδας και της Ευρώπης αποτελείται από τέτοιους πολιτικούς: ανθρώπους που κινούνται σε συγκεκριμένους χώρους και μέρη, που συναγελάζονται με παρόμοια άτομα (ίδιους ή ανθρώπους που θέλουν να γίνουν έτσι), που αδυνατούν να κατανοήσουν την κατάσταση έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται από τις πολιτικές που οι ίδιοι προωθούν και εγκρίνουν.

Ε, κάπου εκεί σκάνε και οι Μπέπε Γκρίλο αυτού του κόσμου και βάζουν φωτιά στα τόπια, καθώς μιλούν μια γλώσσα και υιοθετούν μια συμπεριφορά που πόρρω απέχει από αυτή των παραδοσιακών πολιτικών: ο Γκρίλος δεν εμφανίστηκε στην τηλεόραση, απέφυγε συστηματικά να απευθυνθεί στους Ιταλούς μέσω των παραδοσιακών media, καθιέρωσε την “Vafanculo Day” και μίλησε σαν κανονικός άνθρωπος: τρελλαμένος, ναι, αλλά κανονικός. Μάλιστα, αν και έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα μέσα στη χλιδή, με Φεράρρι και τα συναφή, τώρα δείχνει να ζει πιο μετρημένα και σοβαρά.

Δείτε, για παράδειγμα, τον κυρ-Nigel Farage του UKIP και πείτε μου αν δεν θέλετε να τον χειροκροτήσετε για τα όσα λέει. Ναι, ο Farage μπορεί να μη γουστάρει καθόλου το ευρωπαϊκό όραμα και τα τοιαύτα, αλλά πείτε μου αν διαφωνείτε έστω και λίγο με τα όσα λέει, π.χ., για τον van Rompuy ή για τον τρόπο με τον οποίο η Ε.Ε. μεταχειρίζεται την Ελλάδα. Το κακό, δε, είναι ότι, όσο περισσότερο η ευρωγραφειοκρατία θα κλείνεται στα στεγανά της, τόσο οι Γκρίλο και οι Φάρατζ θα κερδίζουν ακροατές και υποστηρικτές.

Με τι, λοιπόν, αντιμετωπίζουμε αυτούς τους λαϊκιστές τρελλούς κλόουν; Μα, φυσικά, με τύπους σαν τον Μπερσάνι (ένα κομματικό δημιούργημα), σαν τον Ολάντ (ομοίως), σαν τον Στουρνάρα (δείτε το ποστ του Άδη…), για να αρκεστώ μόνο σε μερικούς “προβεβλημένους” της πολιτικής ζωής της Ευρώπης, και να μην αναφερθώ σε τύπους όπως ο Ραχόι, ο οποίος ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω πώς υπερασπίζεται τον εαυτό του ενώπιον των αποκαλύψεων για παράνομες χρηματοδοτήσεις του κόμματός του.

Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, υπό αυτές τις συνθήκες, η μόνη έκπληξη είναι ότι για παράδειγμα μετά από τέτοιες δηλώσεις ο Γκρίλο δεν βγήκε πρώτος στις ιταλικές εκλογές, παρά μόνο ρυθμιστής. Ή ότι οι Αληθινοί Φινλανδοί δεν κυβερνούν τη χώρα τους. Η πολιτική τάξη στην Ευρώπη έχει σαπίσει και αρνείται να κάνει στην άκρη, προκειμένου να γεννηθεί κάτι άλλο. Αποτέλεσμα αυτής της άρνησης είναι να γεννιούνται τα “παιδιά της οργής”, όπως στην ταινία του Κρόνενμπεργκ. Και, αυτά τα παιδιά είναι που θα καταστρέψουν ό,τι άφησε όρθιο η “ορθοδοξία” της πολιτικής που ακολουθήθηκε ως τώρα. Όσο ο γυάλινος κώδωνας παραμένει άθικτος, τόσο τα συντρίμμια έξω από αυτόν να αυξάνονται και θα μετατρέπονται σε όπλα για το οριστικό σπάσιμό του…

Advertisements

Επανάληψις, μήτηρ φθοράς

Φίλος, πολιτικός επιστήμονας με καλές σπουδές και sympa βιογραφικό, πρόσφατα τά’χε πάρει στο κρανίο με τους πολιτικούς ηγέτες της χώρας. Ειδικά με τον Καραμανλή, έβγαζε αφρούς απ’ το στόμα: “Αν ήμουν στη θέση του, θά’χα διώξει όλο το επικοινωνιακό μου team και όλους όσοι μου γράφουν ομιλίες”, έλεγε ο φίλος οργισμένος. Κάτι η φυσική μου περιέργεια, κάτι η ρακή που κουτσοπίναμε, τον ρώτησα τι εννοεί.

Η απάντησή του ήταν πολύ απλή: το τελευταίο διάστημα ο Καραμανλής μοιάζει με κολλημένο δίσκο. Όπου κι αν πάει, όπου κι αν βρεθεί επαναλαμβάνει ΤΑ ΙΔΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (τα κεφαλαία για να δείξω ότι ο φίλος ύψωσε τη φωνή του…) ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΟΜΙΛΙΩΝ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΛΕΞΕΙΣ! ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΟΥΤΕ ΚΟΜΜΑ! ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΟΥΤΕ ΥΦΟΣ! ΟΛΑ ΙΔΙΑ! (ακολούθησε ένα μινι-παραλήρημα, το οποίο και λογοκρίνω για την προστασία των αθώων).

Στην εύλογη απορία μου, δε, γιατί αυτό που κάνει ο Καραμανλής είναι λάθος, μου εξήγησε ότι, άλλο πράγμα είναι το ξεκάθαρο μήνυμα που ένας πολιτικός ηγέτης θέλει να στείλει στην κοινωνία ή στους ψηφοφόρους του, κι άλλο η απλή επανάληψη τυποποιημένων λέξεων και φράσεων διαρκώς και διαρκώς, ad nauseum. Το πρώτο μπορεί να γίνει με διάφορα μέσα και με τη χρήση διαφόρων λεκτικών τρόπων και μεθόδων. Το δεύτερο επί της ουσίας δείχνει πολιτική τεμπελιά και άρνηση να δουλευτεί το μήνυμα: μετατρέπεται σε σανό και δίνεται χύδην στα μηρυκαστικά-πολίτες, μπας και πειστούν.

Ο φίλος συμπλήρωσε ότι ο Καραμανλής φθείρει ένα πολύ ενδιαφέρον μήνυμα-εγχείρημα, επαναλαμβάνοντάς το απαράλλαχτο σε κάθε δημόσια ομιλία του. Ενώ το μήνυμα για ανάγκη ευρείας συναίνεσης στην ακολουθούμενη πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι ένα δυνατό και ουσιώδες μήνυμα, έτσι όπως το διαχειρίζεται επικοινωνιακά ο Καραμανλής και οι συν αυτώ, καταλήγει να ακούγεται: α) ως μια προετοιμασία δικαιολογίας για ό,τι θα επακολουθήσει (“κάνω εκλογές γιατί δεν είχα συναίνεση”, “απέτυχα στις προβλέψεις μου γιατί δεν είχα συναίνεση” και άλλες τέτοιες αηδίες) και β) ως άλλο ένα τρικ για να αντιμετωπιστούν οι κυβερνητικές και εσωκομματικές ανεπάρκειες της ΝΔ.

Συμφωνώ απόλυτα με το φίλο. Το μόνο που θα ήθελα να συμπληρώσω είναι ότι ο Καραμανλής ανέκαθεν έτσι ήταν: τα δύσκολα πάντα τον απωθούσαν και πάντα επέλεγε τον ευκολότερο δρόμο για να πορευτεί. Εκχωρώντας ουσιαστικές εξουσίες σε τρίτους (π.χ. Ρουσόπουλο, Σουφλιά), ο ίδιος απλώς φρόντιζε σε τακτά χρονικά διαστήματα να επαναλαμβάνει το μήνυμα-γεύση της εβδομάδας που του παρείχαν οι γύρω του (“νταβατζήδες”, “ρετιρέ”, “μεταρρυθμίσεις”, “χρήσιμος παρά ευχάριστος”, “συναίνεση και υπευθυνότητα” κλπ κλπ), χωρίς να πολυζαλίζεται για τις “λεπτομέρειες”. Άλλωστε, αν ήταν διαφορετικός, τότε θα μιλούσαμε για έναν άλλο πρωθυπουργό, ενός άλλου κόμματος, σε μια άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο, σε άλλο πλανήτη, σε άλλο σύμπαν…

Απόψε θέλω αποδείξεις και ονόματα…

Με την υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να ασχοληθώ ξανά με την Εθνική, θέλω να γράψω και κάτι που, όταν το είχα μάθει, μου είχε κάνει μεγάλη και εξαιρετικά αρνητική εντύπωση. Πριν αρχίσει το τουρνουά, σε συνέντευξη των διεθνών ποδοσφαιριστών, ο Δέλλας είχε ρωτηθεί για την κριτική που η ομάδα είχε δεχθεί για τις εμφανίσεις της στα τελευταία φιλικά και είχε πει: “Δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα σε κανέναν, τα αποτελέσματά μας τα τελευταία χρόνια δείχνουν αν είμαστε καλή ομάδα ή όχι” (εδώ το σύνολο της δήλωσής του).

Αν και αντιλαμβάνομαι τον τρόπο με τον οποίο ειπώθηκε αυτό το πράγμα, η εντύπωση από τη νοοτροπία που αποπνέει παραμένει αλγεινή: τι πάει να πει “δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα”; Όλοι μας, καθημερινά, κρινόμαστε και καλούμαστε να αποδείξουμε -ενίοτε με άδικο τρόπο- ένα κάρο πράγματα. Πόθεν προκύπτει ότι η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου και αυτοί που την απαρτίζουν δεν έχουν να αποδείξουν κάτι; Δηλαδή, η επιτυχία του 2004 τους κάνει untouchables; Υπεράνω κριτικής; Άρει την υποχρέωσή τους να είναι και τώρα καλοί επαγγελματίες (όπως ήταν και στην Πορτογαλία, αυτά τα εθνικοπατριωτικά που λέγονται για τότε τα ακούω βερεσέ…);

Ο Πανούτσος στο άρθρο του λέει ότι “αντίθετα με το ευθυνόφοβο ‘δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα’ που επαναλαμβάνουν οι παίκτες της Εθνικής, η άποψή μου είναι ότι έχουν μόνο μια υποχρέωση. Οχι φυσικά να ξαναπάρουν το Ευρωπαϊκό, ούτε καν να νικήσουν στον όμιλό τους. Η υποχρέωση που έχουν οι παίκτες και ο προπονητής της Εθνικής είναι να αγωνιστούν σαν πρωταθλητές”. Κι αυτό αποτελεί και το μεγάλο μου πρόβλημα: ότι είδα μια ομάδα που τη σιχάθηκα, που ενόχλησε την αισθητική μου, που προσέβαλλε τη νοημοσύνη μου. Ούτε οι Σουηδοί ήταν καλοί, κάθε άλλο, μάλιστα, αλλά, τουλάχιστον αυτοί έτρεχαν, προσπαθούσαν να παράξουν κάτι, είχαν στόχο. Μάλλον, αυτοί είχαν κάτι να αποδείξουν…