Οι Monkees και το Ποτάμι

Monkees_Television_special_1969To 1966 και ενώ η “βρετανική εισβολή” βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στις ΗΠΑ, η αμερικανική μουσική βιομηχανία βρήκε έναν εκπληκτικό τρόπο για να αντιπαρατεθεί με τους Beatles, τους Rolling Stones, τους Them, τους Animals και τα πολλά άλλα βρετανικά συγκροτήματα που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή στα ραδιόφωνα και στις πωλήσεις δίσκων: αποφάσισε να κατασκευάσει ένα συγκρότημα, το οποίο θα έκανε μεγάλη επιτυχία και στο πλαίσιο αυτό τα αρμόδια στελέχη διάλεξαν τέσσερις “μοντέρνους” μαντραχαλάδες, τους έδωσαν ένα τηλεοπτικό σόου και χρησιμοποίησαν μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς και συνθέτες της εποχής, οι οποίοι και έγραψαν -και έπαιξαν- τη μουσική που υποτίθεται ότι έπαιζαν οι τέσσερις τύποι στο σόου. Το “προϊόν” αυτό ήταν οι Monkees και, παρά το γεγονός ότι στα αρχικά στάδια της ύπαρξής τους οι τύποι δεν ήξεραν καλά-καλά να κρατάνε και να παίζουν τα όργανά τους, έχοντας πίσω τους μια τεράστια μηχανή μάρκετινγκ και τη μουσική βιομηχανία των ΗΠΑ, κατόρθωσαν να πουλήσουν δεκάδες εκατομμύρια δίσκους, να έχουν μια σειρά από smash hits και να γίνουν πλούσιοι και διάσημοι.

Φυσικά, οι Monkees δεν είχαν ούτε κλάσμα από το ταλέντο των Lennon και McCartney ή των Jagger και Richards (δηλαδή, εχμ, όχι οι ίδιοι οι Monkees, αλλά οι άνθρωποι που έγραφαν και αρχικά έπαιζαν τα τραγούδια τους…). Ωστόσο, κάτι η εποχή, κάτι οι ανάγκη των αμερικάνων να έχουν να αντιπαραβάλλουν κάτι στην “βρετανική εισβολή”, κάτι ο τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας πίσω από τους Monkees, το “συγκρότημα” έφτασε σε κάποιο σημείο να πουλάει περισσότερους δίσκους απ’ όσους οι Beatles και οι Rolling Stones μαζί! Το εντυπωσιακό, βέβαια, της υπόθεσης είναι ότι σήμερα ο περισσότερος κόσμος μπορεί να αναγνωρίσει ένα τραγούδι των Beatles ή των Stones σχεδόν από τις πρώτες νότες ή το πρώτο ριφ, ενώ πέραν του “I’m a Believer”, αμφιβάλλω τα μάλλα αν (ανα)γνωρίζει έστω και μία άλλη από τις επιτυχίες των Monkees (μεταξύ μας, μπορεί κάποιος να πει ακούγοντας το “I’m a Believer”, ναι, ρε, το ξέρω το κομμάτι, τι με πέρασες, ανταποκεί, αλλά αμφιβάλλω επίσης τα μάλλα αν η πλειοψηφία των ερωτηθέντων ξέρει ότι είναι των Monkees…).

To θέμα μου είναι ότι οι Monkees απέδειξαν ότι, αν ξέρεις να “καβαλήσεις το κύμα” της εποχής, έχεις αρκετό ταλέντο να δουλεύει για σένα και διαθέτεις μια τεράστια μηχανή προπαγάνδας υπέρ σου, μπορείς να κάνεις μεγάλη επιτυχία, όσο “κατασκευασμένος” και να είσαι.

Δεν είμαι σίγουρος αν ο Σταύρος Θεοδωράκης γνωρίζει την ιστορία των Monkees, ωστόσο θεωρώ δεδομένο ότι, ακόμα κι αν του είναι τελείως άγνωστη, τα βασικά χαρακτηριστικά πίσω από την επιτυχία τους τα ήξερε και τα είχε εκτιμήσει δεόντως, όταν αποφάσισε να δημιουργήσει το Ποτάμι. Κατά την άποψή μου, οι ομοιότητες είναι τεράστιες: το Ποτάμι είναι ένα κόμμα εντελώς “κατασκευασμένο” από το ελληνικό “σύστημα”, διαθέτει “μοντέρνα” στελέχη και ο λόγος του μοιάζει να ανταποκρίνεται ολοσχερώς στο “κύμα” της εποχής. Επίσης, πίσω του διαθέτει έναν ισχυρό μηχανισμό προπαγάνδας (θυμηθείτε ότι το Ποτάμι, χωρίς καν να έχει λάβει μέρος σε κάποιες εκλογές, χωρίς καν να είναι γνωστά τα πρωτοκλασάτα στελέχη του, είχε στη διάθεσή του τεράστιο ραδιοτηλεοπτικό χρόνο και μεγάλη προβολή από τα έντυπα και διαδικτυακά ΜΜΕ) και ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν εξαρχής να θέσουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη δημιουργία του κόμματος, τις θέσεις του, την ιδεολογία του: τοποθετήθηκε από μόνο του κάπου μέσα στον χαώδη χώρο αυτού που ονομάζουμε κεντροαριστερά και τελείωσε…

Βέβαια, υπάρχουν και μεγάλες αντιθέσεις με τους Monkees: τα μέλη του συγκροτήματος σιγά-σιγά έγιναν βιρτουόζοι στα όργανά τους, άρχισαν να συνθέτουν κι αυτά τραγούδια και να δίνουν ζωντανές συναυλίες. Κι αν οι πρώτοι καρποί αυτών των προσπαθειών ήταν μάλλον για κλάματα, οι Monkees στα πέντε χρόνια της τεράστιας επιτυχίας τους έδειξαν πραγματική διάθεση και ενδιαφέρον να εξελιχθούν και να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι, να μην παραμείνουν μόνο μια βιτρίνα για τις διαθέσεις (και την άσκηση ισχύος της μουσικής βιομηχανίας). Επίσης, όταν κατάλαβαν ότι η μπογιά τους δεν περνάει πλέον, διαλύθηκαν, έστω κι αν μετά από καμιά 15αριά χρόνια επανασυνδέθηκαν, κυρίως ως memory-lane act και επί της ουσίας χωρίς να διεκδικούν τις παλιές τους δόξες.

Στις 20 Σεπτεμβρίου, οι ψηφοφόροι έστειλαν μήνυμα στο Ποτάμι ότι η μπογιά του έχει αρχίσει να μην περνάει πλέον. Ότι στον πολιτικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα η θέση του είναι μεταξύ των ουραγών και όχι μεταξύ των μεγάλων παικτών ή έστω των ρυθμιστών της παρτίδας. Το βασικό όμως μήνυμα, κατά τη γνώμη μου είναι αυτό που ο Σταύρος Θεοδωράκης δείχνει να θέλει να αγνοεί: ότι το Ποτάμι, σε αντίθεση με τους Monkees, δεν έχει καμία απολύτως κοινωνική αναφορά. Στην ουσία, πλέον, το Ποτάμι ψηφίζεται από μια όλο και συρρικνούμενη ομάδα ανθρώπων, η οποία προσεγγίζει την πολιτική με τον ελιτισμό του επαΐοντα, χωρίς να κατανοεί τις τεράστιες κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις που συμβαίνουν γύρω της. Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέω, θα πω ότι η ΔΗΜΑΡ, ένας ακόμα διάττων αστέρας του πολιτικού συστήματος, τουλάχιστον είναι μια κάποια κοινωνική πάκτωση (παλιά στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς, πασοκογενείς ψηφοφόροι με αποστροφή προς τη μετάλλαξη του κόμματός τους, κεντρώοι με πιο ανοιχτή διάθεση, κλπ). Ναι, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούσαν ένα μικρό υποσύνολο του συνόλου των ψηφοφόρων στη χώρα, αλλά τουλάχιστον είχαν κάποια ομοιογενή χαρακτηριστικά.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι πιο ακραίοι από αυτούς έφυγαν τρέχοντας από τη ΔΗΜΑΡ, όταν συνειδητοποίησαν ότι το κόμμα δεν επρόκειτο να κινηθεί προς την κατεύθυνση που αυτοί επιθυμούσαν. Και δεν είναι επίσης τυχαίο ότι πολλοί από αυτούς στράφηκαν προς τον “χυλό” που προσέφερε το Ποτάμι, ανακατεύοντας μέσα του λάιτ σοσιαλδημοκρατία, σημιτικό εκσυγχρονισμό, δεξιές αντιλήψεις για αρκετά ζητήματα και σαφή νεοφιλελεύθερη πολιτική για την οικονομία. Άλλωστε, μια ματιά στα στελέχη του Ποταμιού είναι αρκετή, καθώς δίπλα στον Λυκούδη βρίσκουμε τον Θεοχάρη και δίπλα στον Δανέλλη τη Λυμπεράκη… Ό,τι του φανεί του λωλοστεφανή, δηλαδή, με μια δόση λάιφσταϊλ αποπολιτικοποίησης και χωρίς την παραμικρή αναφορά στην κοινωνία, εκτός κι αν κάποιος πιστεύει ότι τα πανεπιστήμια ελιάς και η επίκληση του εξορθολογισμού είναι αρκετά στοιχεία για να θεωρηθεί κάποιος πολιτικά επαρκής.

Το 1970 οι Monkees διαλύθηκαν, αντιλαμβανόμενοι ότι η εποχή τους είχε ξεπεράσει και έχοντας ήδη δεχθεί άπειρες κριτικές για το τι ακριβώς ήταν και τι έκαναν. Κατά τη γνώμη μου, η 20η Σεπτεμβρίου ήταν η μέρα που το Ποτάμι έλαβε το μήνυμα ότι η αρχής της φθίνουσας απόδοσης είναι μια σκληρή ερωμένη. Τα στελέχη του δεν θέλουν να το καταλάβουν. Σε αντίθεση με τέσσερις μαντραχαλάδες αμερικάνους που είχαν αρκετό μυαλό μες στο κεφάλι τους, ώστε να συνειδητοποιήσουν ότι είναι καλύτερο να φεύγεις παρά να σε διώχνουν…

#giaolaftaieioSYRIZA

i_want_you_to_shut_the_fuck_upΑπό χθες το βράδυ ακούω μια διαρκή -αν και σχετικά χαμηλόφωνη- γκρίνια για το ΣΥΡΙΖΑς και τη στάση που τήρησε κατά τη συζήτηση και την ψηφοφορία του νέου μνημονίου – πολυνομοσχεδίου. Η κεντρική ιδέα της γκρίνιας αυτής είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑς δεν επέδειξε τη δέουσα στρατηγική, ώστε να αναδείξει με τρόπο σαφή και αδιάψευστο την αθλιότητα που πέρασε η κυβέρνηση για τις τράπεζες. Ότι η κίνηση για πρόταση δυσπιστίας κατά του Στουρνάρα ήταν στρατηγικό λάθος που γύρισε μπούμερανγκ. Ότι η αποχώρηση από τη συζήτηση ήταν κίνηση ήττας. Ότι, με αυτά και με εκείνα, ο ΣΥΡΙΖΑς παίξει το ρόλο “πατερίτσας” της κυβέρνησης και ότι με τη συνολική στάση του αποδεικνύει ότι “δεν μπορεί το παλικάρι”, ότι δεν θέλει να κυβερνήσει.

Θα μπορούσα, αναγνώστη μου, να αρκεστώ να πω ότι #giaolaftaieioSYRIZA και να κλείσω την κουβέντα εκεί. Ωστόσο, επειδή έχω βαρεθεί να διαβάζω και να ακούω απόψεις ανθρώπων οι οποίοι επιχειρούν να εκλογικεύσουν την απόφασή τους να μην ψηφίσουν ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ τον ΣΥΡΙΖΑς, λέω να μιλήσουμε (εγώ, δηλαδή, να μιλήσω κι εσύ να σχολιάσεις, άμα θες…) για το όλο ζητηματάκι.

Αρχίζοντας, μάλιστα, από εδώ: από το Πρόταγκον και ένα άρθρο που περιγράφει ξεκάθαρα τη στάση που τήρησε η κυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ έναντι της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑς να αναδείξει το θέμα των τραπεζών: στην ουσία, μούγκα στη στρούγκα, κι ας τους άλλους να συζητάν για το γάλα, τους ταρίφες, τα φάρμακα και ό,τι άλλο, αρκεί να μη μιλήσουμε για το πώς η ΝΔΣΟΚ κάνει δωράκι τις τράπεζες στους παλιούς τους ιδιοκτήτες.

Ακολουθεί ένα αρθράκι του Κ. Αλεξάκου, που, με αφορμή την κόντρα Βενιζέλου-ΓΑΠ κάνει μερικές αποκαλυπτικές αναφορές για το πώς φθάσαμε στο χθεσινό θέατρο σκιών στη Βουλή, αλλά και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για το συνταγματικό και κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που έλαβε χώρα χθες στη Βουλή, προκειμένου α)να περάσει άρον-άρον το πολυνομοσχέδιο και β)να μην υποχρεωθεί ο Στουρνάρας να δώσει εξηγήσεις για τη ρύθμιση που αφορούσε στις τράπεζες.

Όπως διαπιστώνεις, αναγνώστη μου, δεν έχω χρησιμοποιήσει για τεκμηρίωση ούτε ένα έστω αμυδρά φιλοσυριζαίικο σάιτ, μπλογκ ή έντυπο. Μάλιστα, είμαι πρόθυμος, για να μην με χαρακτηρίσεις μονόπαντο να προσθέσω και την “άποψη” του Τέλλογλου σχετικά με τις τράπεζες (καλό κουράγιο, αν αποφασίσεις να την διαβάσεις, πάρε και κανένα λεξοτανίλ, όμως, διότι θεωρώ ότι θα σε κάνει τουλάχιστον έξαλλο…).

Εν κατακλείδι: ο ΣΥΡΙΖΑς επιχείρησε με κάθε τρόπο να φέρει το ζήτημα των τραπεζών στο προσκήνιο της συζήτησης για το πολυνομοσχέδιο, ακολουθώντας, μάλιστα, και μια ελαφρώς γκουερίλα τακτική προκειμένου να τονίσει τη σημασία του (αναφέρομαι στην πρόταση δυσπιστίας κατά του Στουρνάρα). Πέραν του να δώσει ο Τσίπρας μπουνιές σε μέλη της κυβέρνησης, προκειμένου να πάρουν πίσω τη ρύθμιση, δεν είχε άλλη επιλογή/εναλλακτική.

Οπότε, θα παρακαλούσα τους γκρινιάρηδες να μας αφήσουν στην ησυχία μας και στον πόνο μας: παιδιά, το καταλάβαμε, δεν θέλετε να ψηφίσετε ΣΥΡΙΖΑς και ψάχνετε να βρείτε δικαιολογίες για τη στάση σας. ΟΚ, αλλά σας παρακαλώ, μη μας πρήζετε άλλο… ‘hmkay? ‘hmkay.

Λίγα λόγια και καλά

Αντί νέου ποστακίου, σας ζητώ να ρίξετε μια ματιά

-Στο “Ποντίκι”,

-Στο “Βήμα”(!!!!),

-Στον Καρτέσιο.

Όσο για μένα, σας παραπέμπω ένα ποστάκι πιο κάτω.

Γκραν σουξέ, που έλεγε κάποτε κι ο Σαββόπουλος.

Περί όνου…

Αν κάτι μου έχει κάνει τρομερή εντύπωση, εδώ στη σπηλιά μου, περιτριγυρισμένος από τα κόκκαλα των ζώων και των άμυαλων ανθρώπων που τυχαίνει να πλησιάσουν περισσότερο απ’ όσο πρέπει, αυτό είναι το πόσο εύκολα γίνεται σε αυτή τη χώρα χαμός για το τίποτα. Σε σημείο, μάλιστα, να αισθάνομαι, πλέον, ότι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο αποπροσανατολισμού του κόσμου, ώστε να δίνει περισσότερη σημασία σε ανύπαρκτα ζητήματα και όχι σε θέματα που πραγματικά τον καίνε.

Και, αναγνώστη μου, αν νομίζεις ότι έχω πάθει κρίση συνωμοσιολογίας, δες δύο πρόσφατα παραδείγματα. Το πρώτο αφορά στην ιστορία με την πρόταση των Γερμανώνε για δημοσιονομικό γκαουλάιτερ στην Ελλάδα. Έγινε της τρελλής το πανηγύρι και σχεδόν κανένας δεν είπε, έλα ρε παιδιά, αφού ήδη υπάρχει. Εκτός κι αν κανείς νομίζει ότι η Ελλάδα μπορεί να ασκεί αυτόνομη και περηφανή δημοσιονομική πολιτική, οπότε η ώρα του λιθίου είναι κοντά και σε μεγάλες δόσεις. Προσέξτε: ο προϋπολογισμός ελέγχεται και εγκρίνεται κατά την επεξεργασία του από την τρόικα. Επίσης, δικαίωμα δημοσιονομικού ελέγχου στην Ελλάδα -για τα πάντα όλα- έχουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ. Επίσης επίσης, η τρόικα ελέγχει λεπτομερώς την εκτέλεση του συμφωνηθέντως προϋπολογισμού και ζητά τη λήψη μέτρων σε περίπτωση “αστοχιών”. Τέλος, την πορεία του προγράμματος ελέγχει σε τακτά χρονικά διαστήματα και το Eurogroup, το οποίο, άλλωστε, έχει αποφασιστικό ρόλο στην εκταμίευση των δόσεων από τα πακέτα στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Αυτά τα λέω -και κατά πάσα πιθανότητα ξεχνώ και κάποιο άλλο στάδιο ελέγχου- για να αποδείξω ότι, πέραν του ότι η γερμανική πρόταση ήτονε μια μαλακία μπαρούφα για εσωτερική της κατανάλωση, απλώς δεν άξιζε τον κόπο να συζητηθεί όσο συζητήθηκε και να γίνει και “κόκκινη γραμμή” για την Ελλάδα: ήδη, ο έλεγχος είναι ασφυκτικός, κι αν δεν με πιστεύετε, δείτε τι λέει ο Λοβέρδος για τη φαρμακευτική δαπάνη. Α, να μην το ξεχάσω: προφανώς, εκ των προβλέψεώνε της δανειακής σύμβασης, η αποπληρωμή των δανείωνε που μας δίνουνε Ευρωζώνη και ΔΝΤ είναι σε υψηλότερη προταιρεότητα από τα υπόλοιπα έξοδα του Κράτους. Ήδη. Οπότε, προς τι ο πανικός;

Πάμε, τώρα, στο δεύτερο παράδειγμα, αυτό της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζώνε -κακοχρονονάχουν- μετά το “κούρεμα” του ελληνικού χρέους. Ήδη, οι πατριώτες ζώστηκαν τα φυσεκλίκια, λάδωσαν τους γκράδες και πήραν τα βουνά: “Κοινές Μετοχές ή Θάνατος”. Μάλιστα. Σιγά, θα σκίσετε κά’να καλτσό, ωρέ Βελουχιώτηδές μου… Τι σημαίνει ανακεφαλαιοποίηση με κοινές μετοχές; Σημαίνει -σύμφωνα με το νέο αντάρτικο- ότι οι τράπεζες θα περάσουν στα χέρια του Κράτους, δηλαδής, του κοσμάκη και τα λαμόγια που τις διοικούν σήμερα θα πάνε σπιτάκι τους, αφού πρώτα περιφερθούν πάνω σε κάρο, ώστε να μετατραπούν σε πτυελοδοχεία για τα έως τώρα πεπραγμένα τους. Καααααααλά. Προφανώς, δεν πρόκειται να γίνω απολογητής των τραπεζιτώνε, ωστόσο, αυτή η ιστορία είναι τόσο αστεία, που καταντά επικίνδυνη. Διότι, είτε με κοινές μετοχές, είτε με κοινές άνευ ψήφου, είτε με προνομιούχες, είτε με ομολογίες, είτε με δενξερωτιάλλο, η πραγματικότητα είναι απλή: οι τράπεζες θα παραμείνουν νεκροζώντανες για πολύ καιρό ακόμα. Από τη στιγμή που οι μέτοχοί τους δεν θέλουν να τις ανακεφαλαιοποιήσουν οι ίδιοι -κάτι που θα μπορούσαν να έχουν ήδη κάνει και οι τράπεζες να λειτουργούν κανονικά- όλα τα υπόλοιπα είναι νάχαμε-ναλέγαμε. Άσε που, και τώρα που δεν είναι στα χέρια του Κράτους, είδα πόσο ανεπηρέαστες από αυτό είναι. Εκτός κι αν θέλουμε να ξεχάσουμε τα σχεδόν 100 δισ. που έχουν ήδη λάβει ως ρευστό και εγγυήσεις, χώρια τα δενξερωπόσα φράγκα έχουν απορροφήσει από την ΕΚΤ. Στην ουσία, ήδη κρατικοποιημένες είναι, εξ ημισείας με την ΕΚΤ, και τα υπόλοιπα είναι αστειότητες.

Και τότε, ρε μαλάκα φίλε, γιατί ωρέ μέχρι κι ο Γιωργάκης βάνει ως “κόκκινη γραμμή” τις κοινές μετοχές; Μα, φυσικά, γιατί ακούγεται ωραίο: πώς λέγανε παλιότερα “Το ΠΑΣΟΚ ισχυρό, ο λαός στην εξουσία”; Έτσι, γεια σου. Ενώ, άμα έβγαινε και έλεγε, π.χ., πριν την ανακεφαλαιοποίηση, να δημοσιοποιηθεί η έκθεση της BlackRock για την κατάστασή τους, αναλυτικά για κάθε τράπεζα, εκεί ποιος θα τονε χειροκρόταγε; Άσε που, σου λέει, ορίστε, θα τεθούν οι τράπεζες υπό κρατικό έλεγχο και θα πάρει ο κοσμάκης δάνεια, ν’ ανασάνει. Ναι, αμέ, ουουουου: όταν το ταμείον είναι μείον -δείτε πόσο όμορφα κόλλησε η συγχώνεση της Alpha με τη Eurobank, ακριβώς εξ αιτίας αυτού του λόγου-, με το που θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση και θα δοθούν οι κοινές μετοχές, το χρήμα θα ρεύσει άφθονον. Από πού, ωρέ καϊνάρια θα βρεθεί το χρήμα; Από την “κλειστόν λόγω πένθους” διατραπεζική αγορά; Από τις εγγυήσεις του -χρεοκοπήσαμε, αλλά δεν το λέμε- Κράτους; Από την ΕΚΤ, η οποία ενδέχεται να δει τα ελληνικά ομόλογα που έχει στα χέρια της, ώστε να δίνει ρευστότητα στις τράπεζες, να κουρεύονται; Πείτε μου κι εμένα, μπας και βρω κά’να φράγκο. Ξαναλέω, για να μην παρεξηγηθώ: οι ελληνικές τράπεζες έχουν κάνει αντίστοιχα εγκλήματα με τις διεθνείς και οι διοικήσεις τους θά’ πρεπε να λογοδοτήσουν γι’ αυτά. Όμως, άλλο αυτό κι άλλο να μετατρέπουμε ένα ανύπαρκτο θέμα σε μείζον διακύβευμα για τη χώρα. Ας το πάρουμε απόφαση: οι τράπεζες θα συνεχίσουν εις το διηνεκές να χρειάζονται μηχανική υποστήριξη, μόνο και μόνο για να παραμένουν σε κώμα. Αν δε μας αρέσει αυτό, ας προτείνουμε κάτι άλλο, ξέρωγω, να περάσουμε σε ανταλλακτική οικονομία. Όσο, όμως, δεν εμφανίζεται μια σοβαρή εναλλακτική, όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια. Και με τα λόγια, δυστυχώς, δε γάμησε χόρτασε κανείς…

Το "πειρατικό" βυθίζεται (…καταραμένοι Γαλάτες!)

Δηλαδή, τώρα δεν έχει αναμνηστικά μπλουζάκια; Ούτε cd; Ούτε dvd που θα τα στέλνουμε στο Ζιντάν, να μαθαίνει νέα κόλπα; Ούτε υποδοχή ηρώων; Ούτε ομιλία του Αρχιεπισκόπου; Ούτε χλιδή; Ούτε γλέντια; Ούτε “είναι βαριά η π….α του τσολιά”;

Δεν θα πέσουν οι τιμές; Δεν θα ανέβει το βιοτικό μας επίπεδο; Δεν θα γίνουμε ευρωπαίοι; Δεν θα δικαιώσουμε τους αρχαίους ημών προγόνους; Δε θά’χουμε “Ρεχακλή”; Δεν θα κάνουμε πανηγύρι στην Ομόνοια; Δε θα φωνάζουμε “σήκωσέ το, το γ……ο, δεν μπορώ να περιμένω”;

Τι έγινε, πέσαμε σε γαλέρα με Γαλάτες; Βυθίστηκε το “πειρατικό” και φάγαμε και φάπες; Αναζητούμε ενόχους; Μας ενοχλεί που μοιάζαμε με τη Γιουβέντους του 1975; Φοβόμαστε τη συνέχεια;

Α, ρε, μπουνιές που θέλουμε. Καλά τα έλεγε παλιότερα ο Στρούγκας: Έλληνες είστε και φαίνεστε…

UPDATE: για την αθλητική ανάλυση του αγώνα, σας παραπέμπω στο εξαιρετικό κείμενο του Αντώνη Πανούτσου στη “SportDay”, το οποίο τα λέει όλα.